Robert Johnson: Στα αινιγματικά σταυροδρόμια των Blues του Μισσισσιππή

0

1926879_1406726786262025_111082341_n
“Lasciate ogne speranza voi ch’ intrate”
(Αφήστε κάθε ελπίδα, εσείς που μπαίνετε)
Η επιγραφή στην είσοδο της Κόλασης, από τη «Θεία Κωμωδία» του Dante Aliggeri


Σήμερα θα μιλήσουμε για τον Robert Johnson (8 Μαΐου 1911 – 16 Αυγούστου 1938). Για την υπόθεση μάλλον «Robert Johnson».

Πρόκειται για μια από τις πιο παράξενες και εμβληματικές φυσιογνωμίες των Delta Blues (Cross road Blues) του Μισσισσιππή, αλλά και της μουσικής γενικότερα.

Στις δεκαετίες που πέρασαν μετά από τον θάνατό του, τα 29 τραγούδια που άφησε πίσω ήταν αρκετά για να επηρεάσουν την σύγχρονη μουσική, αν και ο ίδιος, μέχρι πριν μερικά χρόνια, είχε ξεχαστεί· εξαφανισμένος πίσω από τους θρύλους του Νότου, μερικοί απ’ τους οποίους μιλούσαν για την ζωή του.

Στην πιο πρόσφατη αυτοβιογραφία του ο Bob Dylan έγραψε ότι «αρχίζεις να αναρωτιέσαι μήπως ο Johnson έπαιζε για ένα μελλοντικό ακροατήριο, το οποίο μόνο ο ίδιος μπορούσε να δει», ενώ ο Keith Richards των Rolling Stones όταν πρωτάκουσε το παίξιμο του Johnson πίστευε ότι έπαιζαν δυό διαφορετικές κιθάρες μαζί. Πέρασε καιρός μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι ο ήχος έβγαινε μόνο από τα δικά του δάχτυλα.

robert_johnson

Ξεκινώντας τη ζωή του στο Χέιζελχερστ του Μισσισσιππή με τις μνήμες του αμερικάνικου εμφυλίου νωπά χαραγμένες στο συλλογικό ασυνείδητο (1861-1865), ο Johnson αρχικά ακολούθησε την προδιαγεγραμμένη πορεία όλων των μαύρων της περιοχής, δουλεύοντας στις απέραντες βαμβακοφυτείες που τότε αποτελούσαν κινητήριο μοχλό της αμερικανικής οικονομίας.

Στα παιδικά του χρόνια, εκτός από την πολύωρη και βαριά εργασία που απαιτούσε το βαμβάκι είχε να συμφιλιωθεί και με τις συνεχείς μετακινήσεις μέσα στο Μισσισσιππή και στο Αρκάνσας, καθώς ακολουθούσε την μητέρα του στα σπίτια των διαφόρων εραστών της που την φιλοξενούσαν ανά περιόδους.

Εκείνη την εποχή, όπως και σήμερα, στα χωριά – παραπήγματα των μαύρων του Νότου ακούγονταν συχνά τα τύμπανα και οι χοροί των μυημένων στις τελετές του Voodoo (το Voodoo της Λουιζιάνα) και της Santeria, θρησκευτικές δοξασίες που είχαν φέρει μαζί τους οι πρώτοι σκλάβοι από τα νησιά της Καραϊβικής και την Λατινική Αμερική.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα μεγάλωνε ο νεαρός Johnson.

Σε ηλικία περίπου 18 χρονών θα αγγίξει για πρώτη φορά κιθάρα. Έχοντας γνωρίσει σημαντικούς μουσικούς της εποχής του, όπως τον Son House, τον Charlie Patton και τον Willie Brown θα αρχίσει σύντομα να γράφει τις δικές του συνθέσεις και θα προσπαθήσει να ζήσει παίζοντας μουσική σε διάφορα μαγαζιά στο Δέλτα του Μισσισσιππή.

Σ’ αυτό το σημείο σταματάει και ό,τι ξέρουμε για τον Johnson, καθώς για όλο το επόμενο διάστημα μέχρι και τον θάνατο του έχουμε μόνο αποσπασματικές και συγκεχυμένες πληροφορίες και γεγονότα από την ζωή του.

Robert Johnson poses with fellow blues musician Johnny Shines in the newly released photograph.
Σύμφωνα με τον θρύλο, ο Robert Leroy Johnson, όπως ήταν ολόκληρο το όνομά του, ακολούθησε σ’ όλη του την ζωή μια χίμαιρα ή αν θέλετε και δύο, που η μια εξαρτιόταν από την άλλη και που η κάθε μια αποτελούσε προϋπόθεση της άλλης· επιθυμούσε να γίνει ένας ξεχωριστός δεξιοτέχνης στην κιθάρα και η άλλη ήταν η ανάγκη του να ταξιδεύει ως πλάνητας, αναζητώντας την απόλυτη φυγή, για μερικούς, την ολοκλήρωση για άλλους.

΄Ισως όμως απλά να επιζητούσε να τελειοποιήσει αυτή την τέχνη του στην μουσική, για να τον συντροφεύει στις μοναχικές του διαδρομές στα σταυροδρόμια και στους βάλτους στο Δέλτα του Μισσισσιππή.

Ο ίδιος απογοητευμένος από τον Δημιουργό, τον κατηγόρησε για το θάνατο της γυναίκας του και του αγέννητου παιδιού τους και θυμωμένος πήρε μια απόφαση.

Ένα βράδυ, τα μεσάνυχτα, ο Robert Johnson κρατώντας το κόκκαλο μιας μαύρης γάτας και την κιθάρα του και με τα νύχια του κομμένα όσο πιο κοντά γινόταν έφτασε σε ένα τρίστρατο, στη συμβολή των λεωφόρων 61 και 49 στο Κλαρκσντέιλ. Κάθισε κάτω και άρχισε να παίζει μέχρι να παρουσιαστεί ο διάβολος. Ξαφνικά και ενώ έπαιζε, μια παράξενη μουσική ακούστηκε πίσω του. Χωρίς να σηκώσει τα μάτια του συνέχισε, ενώ η μουσική που ακουγόταν όλο και δυνάμωνε. Ο Johnson κουνώντας ασταμάτητα τα δάχτυλά του ένιωσε μια «μορφή» να αντικαθιστά την κιθάρα του με τη δικιά της.

Έπαιξαν αρκετή ώρα μαζί μέχρι που ο διάβολος, γιατί αυτή ήταν η «μορφή», έσφιξε τα νύχια του Johnson τόσο πολύ μέχρι που μάτωσαν, πήρε πίσω την κιθάρα του και απομακρύνθηκε, αφήνοντας τον νεαρό Johnson να παίζει ασταμάτητα.

Από τότε ο κιθαρίστας μας άρχισε να παίζει με ένα αιθέριο στυλ, σχεδόν αλλόκοτο, με τα μακριά του δάχτυλά να χορεύουν κυριολεκτικά επάνω στις χορδές. Πλέον η φωνή του Johnson βρυχούταν και ταυτόχρονα θρηνούσε, εκφράζοντας τη βαθύτατη θλίψη ενός καταδικασμένου, του οποίου η ψυχή δεν του ανήκε.

Η κιθάρα του Robert Johnson

Η κιθάρα του Robert Johnson

Ο λόγος που επέλεξε ο κόσμος του Μισσισσιππή να παρουσιάσει τον Robert Johnson να «συναλλάσσεται» με το σκοτεινό και το απόκοσμο δεν ήταν τυχαίος.

Ύστερα από μια πραγματική, αυτή την φορά, περιπλάνησή στο Δέλτα του Μισσισσίππη, επέστρεψε πολύ διαφορετικός.

Ο τρόπος που έπαιζε πλέον την κιθάρα ήταν τόσο ξεχωριστός όσο και παράξενος. Ταυτόχρονα απολάμβανε με κάθε ευκαιρία τον έρωτα, το ποτό, τη μουσική και την διασκέδαση.
Αυτός ο μοναδικός τρόπος παιξίματος και ο εθισμός του στις πρόσκαιρες απολαύσεις ίσως να ήταν τελικά οι λόγοι που ώθησαν τους κατοίκους της περιοχής να «χαρίσουν» την ψυχή του νεαρού κιθαρίστα στο διάβολο.

p20899n0d9i
Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς ο Johnson, τόσο απότομα, μεταμορφώθηκε σε έναν τόσο καλό κιθαρίστα.

Ο ίδιος απέφευγε συστηματικά να δείχνει τα μυστικά της τέχνης του. Γύριζε την πλάτη του όταν κούρντιζε την κιθάρα, εξαφανιζόταν κυριολεκτικά μετά από τις επίμονες ερωτήσεις των θαμώνων και των συναδέλφων του. Όλα αυτά κέντριζαν ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον και την περιέργειά τους.

Ο Johnson δεν έκρυψε ποτέ την αγάπη του για τις παρεκβάσεις από τους κανόνες της μέσης ανθρώπινης συμπεριφοράς. Αφιέρωσε με πάθος όλη του τη ζωή στην μουσική, στις γυναίκες (συχνά των άλλων), στον έρωτα χωρίς συμβάσεις και στις καταχρήσεις κάθε είδους, σε όλες δηλ. εκείνες τις απολαύσεις που όταν ξεπερνούν τα όρια, πόσω μάλλον εκείνης της εποχής, πολλοί τις αποκαλούν και ως … διαβολικές.

robert-johnson
Ο θάνατος σταμάτησε τον Johnson από την περιπλάνησή του στο Μισσισσιππή και στην τέχνη της μουσικής σε ηλικία μόλις 27 ετών (16 Αυγούστου 1938).

Στην διασταύρωση των δρόμων 82 και 49 Ε υπήρχε ένα μπαρ, το Three Forks (Τρεις Διακλαδώσεις). Σ’ αυτό το μπαρ φλέρταρε την ωραία σύζυγο του ιδιοκτήτη, η οποία τον ερωτεύθηκε. Εικάζεται ότι δηλητηριάστηκε από την στρυχνίνη που του έριξε στο ποτό ο απατημένος σύζυγος. Άλλη εκδοχή είναι ότι τον μαχαίρωσε.

Οι στίχοι στο Cross road Blues επαληθεύονται και ο κόσμος του Νότου πλέον είναι σίγουρος: Ο διάβολος του πήρε την ψυχή ως αντάλλαγμα για το ταλέντο του και ας μην έγινε σε σταυροδρόμι, αλλά σε «τρίστρατο».

robert20johnson
Ο σιωπηλός και εσωστρεφής Robert Johnson πρόλαβε να ηχογραφήσει λίγα μόνο κομμάτια, από το 1936 έως το 1938, τα οποία όμως ήταν αρκετά για να κληροδοτήσουν το απαράμιλλο ταλέντο του στις επόμενες γενιές των μουσικών. Το σύνολο της δισκογραφίας του περιλαμβάνει 29 συνθέσεις και 42 εγγραφές.

΄Ετσι υποστηρίζουν μερικοί ότι έγιναν τα πράγματα και από εδώ και στο εξής προσέχετε τι επιθυμείτε, γιατί μπορεί και να σας… συμβεί.

1926807_1404718533129517_458047445_n
Ακολουθούν επιλεγμένα κομμάτια από την δισκογραφία του


Robert Johnson – Cross Road Blues (στίχοι)

robert_johnson (1)

Share.

About Author

jjfhjejwefhwe fwejfhiwejfdowf weijfowjfowf wfwoefosedjcow fwoefoiwujcf wfwofwo efoweow fdwof wf wo dowjwoeefj fwoj dfwe weoffjwifiwedj jdows dwe dwjufowfw fwof.

Comments are closed.